
ΡΕΥΜΑ-ΦΥΣΙΚΟ ΑΕΡΙΟ
- 26 Φεβ 2025
- οικονομία
Την ανάγκη ενίσχυσης του ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας επισημαίνει μελέτη που δημοσιεύει το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) σε συνεργασία με το δίκτυο δεξαμενών σκέψης EPICENTER. Τη μελέτη συνέγραψαν ο ερευνητής του ΚΕΦΙΜ Ίωνας Βαλλιάνος και ο Γενικός Διευθυντής του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας. Παράλληλα εστιάζει στην πορεία του εξηλεκτρισμού της οικονομίας, κρούοντας “κωδωνα” κινδύνου αλλά και προτείνοντας μέτρα.
Όπως σημειώνει η μελέτη, για τα νοικοκυριά οι αυξήσεις των τιμών έδειξαν ότι η απελευθέρωση δεν απέφερε άμεσα οφέλη στους καταναλωτές. Μάλιστα τονίζεται ότι επιτυχία της απελευθέρωσης εξαρτάται από το επίπεδο του ανταγωνισμού και την ποιότητα των ρυθμιστικών πολιτικών, σε συνδυασμό με τις απαραίτητες πολιτικές στήριξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για μια πιο πράσινη και αποδοτική αγορά.
“Όπως διαπιστώνουν οι Μπέντσος& Παπαχαραλάμπους σε σχετική ανάλυση τους το 2024, η αγορά ενέργειας στην Ελλάδα παρουσιάζει έντονη συγκέντρωση” αναφέρει η μελέτη του Κέντυους που προσθέτει: “Στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ένας συμμετέχων κατέχει το 55,6% της αγοράς, ενώ μόνο πέντε εταιρείες ελέγχουν άνω του 5%.
Στην αγορά του φυσικού αερίου, δύο μεγάλες εταιρείες κατέχουν το 64,8% της αγοράς, ενώ οι υπόλοιποι συμμετέχοντες έχουν πολύ μικρότερα μερίδια. Αυτή η συγκέντρωση περιορίζει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει την ευχέρεια των καταναλωτών να επωφεληθούν από μειώσεις τιμών.”
Δομή της αγοράς
Σύμφωνα με όσα σημειώνει η μελέτη, “οι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας στην χονδρική έχουν σχεδιαστεί για να εξασφαλίζουν την παραγωγή της απαιτούμενης ενέργειας στο χαμηλότερο δυνατό κόστος.
Το φυσικό αέριο
Παράλληλα η μελέτη εστιάζει στο φυσικό αέριο. Όπως αναφέρει, “οι αγορές φυσικού αερίου απελευθερώθηκαν με επιτυχία τη δεκαετία του 2000, με ορισμένες εξαιρέσεις στον τομέα της λιανικής. Ενώ αρχικά υπήρχε η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η ζήτηση φυσικού αερίου θα συνέχιζε να αυξάνεται στο άμεσο μέλλον, πλέον είναι σαφές ότι η ζήτηση στην ΕΕ μειώνεται, με το 2023 να καταγράφει πτώση της τάξεως του 7,4%.