
Η Ισπανία, η μεγαλύτερη παραγωγός ελαιόλαδου παγκοσμίως, αποφάσισε να κρατήσει εκτός αγοράς 188.000 τόνους ελαιόλαδου, προκειμένου να αποτρέψει περαιτέρω πτώση των τιμών, εν μέσω υψηλής παραγωγής και σημαντικών αποθεμάτων.
Η ισπανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι από τον Νοέμβριο του 2026, τα ελαιοτριβεία θα υποχρεούνται να αποθηκεύουν το 12% της παραγωγής τους, αντί να την διαθέτουν στην αγορά. Το μέτρο αυτό, το οποίο εφαρμόζεται για πρώτη φορά, θα παραμείνει σε ισχύ έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2027, οπότε και ολοκληρώνεται η ελαιοκομική περίοδος.
Η απόφαση αυτή προήλθε από τις ανησυχίες σχετικά με την αναμενόμενη αύξηση της παραγωγής, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω υποχώρηση των τιμών που εισπράττουν οι παραγωγοί. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τα αποθέματα στην αρχή της περιόδου ανέρχονταν σε 357.040 τόνους, ενώ η συνολική παραγωγή εκτιμάται ότι θα φτάσει τους 1.602.596 τόνους.
Η μεγάλη διαθεσιμότητα ελαιόλαδου έχει ήδη αρχίσει να ασκεί πιέσεις στις τιμές. Στις αρχές Νοεμβρίου, οι Ισπανοί παραγωγοί εισέπρατταν περίπου 3 ευρώ ανά κιλό για το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, σε σύγκριση με περίπου 4 ευρώ την ίδια περίοδο πέρυσι. Αυτή η σημαντική πτώση των τιμών έρχεται σε αντίθεση με τις προηγούμενες χρονιές, όπου οι ξηρασίες και οι καύσωνες είχαν περιορίσει την παραγωγή και είχαν οδηγήσει σε αύξηση των τιμών.
Η ισπανική νομοθεσία επιτρέπει στην κυβέρνηση να παρέμβει στην αγορά όταν το άθροισμα των αρχικών αποθεμάτων και της προβλεπόμενης παραγωγής υπερβαίνει κατά τουλάχιστον 20% τον μέσο όρο των προηγούμενων έξι ελαιοκομικών περιόδων. Οι φετινές εκτιμήσεις πληρούν αυτή την προϋπόθεση, επιτρέποντας την ενεργοποίηση του μηχανισμού.
Τα ελαιοτριβεία θα μπορούν να αποθηκεύουν το 12% των ποσοτήτων που δηλώνουν ότι παράγουν κάθε μήνα, είτε στις εγκαταστάσεις τους είτε σε χώρους τρίτων. Οι ποσότητες που είχαν δηλωθεί τον Οκτώβριο ή νωρίτερα εξαιρούνται από το μέτρο, και το ελαιόλαδο που θα αποθηκευτεί δεν θα μπορεί να διατεθεί στην αγορά έως την ολοκλήρωση της ελαιοκομικής περιόδου το 2027.
Η Ισπανία, που αντιπροσωπεύει περίπου το 45% της παγκόσμιας παραγωγής και το 70% της παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναλαμβάνει αυτή την πρωτοβουλία για να διασφαλίσει τη σταθερότητα στην αγορά του ελαιολάδου, εν μέσω των προκλήσεων που αντιμετωπίζει ο κλάδος.




