ESPA 2014-2020
phone_forwarded
  • 210 52 21 024Τηλ. Κέντρο
  • 210 26 37 691Υποκατάστημα

οικονομία

Read

ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ

Έξι στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι το εισόδημά τους δεν επαρκεί για όλον το μήνα
  • 14 Φεβ 2025
  • οικονομία

Δύσκολη παραμένει η οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών σε ό,τι αφορά την κάλυψη των αναγκών του, όπως προκύπτει από έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ.

 Αν και καταγράφεται μια συγκρατημένη βελτίωση σε σχέση με το 2023, η ακρίβεια συνεχίζει να αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την οικονομική σταθερότητα των νοικοκυριών.

Παρά τη μείωση του ποσοστού των νοικοκυριών που δηλώνουν εισοδηματική απώλεια (26,2% έναντι 30,7% το 2023), οι οικονομικές δυσκολίες παραμένουν έντονες. Το 60% των νοικοκυριών δηλώνει ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για όλον το μήνα, ενώ για όσους αντιμετωπίζουν αυτή την κατάσταση, τα χρήματα αρκούν μόλις για 19 ημέρες κατά μέσο όρο. Η αδυναμία αποταμίευσης παραμένει ιδιαίτερα υψηλή, καθώς το 81,6% δεν καταφέρνει να αποταμιεύσει, ενώ πάνω από τα μισά νοικοκυριά δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν σε ένα έκτακτο έξοδο της τάξης των 500€. Την ίδια στιγμή, το 11,7% των νοικοκυριών ζει σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, αδυνατώντας να καλύψει ακόμη και τις βασικές του ανάγκες.

Οι οικονομικές πιέσεις είναι εντονότερες για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, με τις πιο ευάλωτες ομάδες να δέχονται τις μεγαλύτερες επιβαρύνσεις. Ο μισθός αποτελεί τη μοναδική ή κυρίαρχη πηγή εισοδήματος για πάνω από τα μισά νοικοκυριά, ενώ το 39,5% δεν έχει καμία επιπλέον πηγή χρημάτων. Ειδικά οι αυτοαπασχολούμενοι/ες και οι μικροεπιχειρηματίες βρίσκονται σε ολοένα και δυσμενέστερη θέση: το 53,3% των νοικοκυριών που εξαρτώνται από επιχειρηματικά έσοδα δηλώνουν ότι το εισόδημά τους δεν επαρκεί μέχρι το τέλος του μήνα, ποσοστό που αυξήθηκε δραματικά, από 42,8% το 2023. Επιπλέον, το 47,8% των νοικοκυριών που βασίζονται σε επιχειρηματικά κέρδη έχουν ετήσιο εισόδημα έως 18.000€, γεγονός που υποδηλώνει τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο μικρομεσαίος επιχειρηματικός κόσμος. Το ποσοστό αυτών των νοικοκυριών που δεν έχει άλλη πηγή εισοδήματος έχει μειωθεί σημαντικά, γεγονός που υποδεικνύει ότι ένα μέρος των επιχειρηματιών έχει στραφεί σε επιπλέον πηγές άντλησης εισοδήματος, πιθανότατα σε μια προσπάθεια να ανταπεξέλθει στην υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση λόγω του νέου τεκμαρτού τρόπου φορολόγησης. Παράλληλα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο σημειώνουν εκρηκτική αύξηση στο σύνολο των νοικοκυριών (28,9%), ενώ το 16% φοβάται πως μπορεί να χάσει την κατοικία του λόγω αδυναμίας πληρωμής δανείων ή άλλων υποχρεώσεων.

Στο επίκεντρο των οικονομικών πιέσεων βρίσκεται η ακρίβεια, η οποία συνεχίζει να πλήττει σχεδόν όλα τα νοικοκυριά. Οι αυξήσεις στα τρόφιμα επηρεάζουν το 72,4% των πολιτών σε τέτοιο βαθμό, ώστε να περιορίζουν δαπάνες για άλλες ανάγκες, ενώ οι δαπάνες για λογαριασμούς σπιτιού και είδη διατροφής έχουν αυξηθεί για πάνω από το 60% των νοικοκυριών. Αντίθετα, οι πολίτες μειώνουν τις εξόδους τους για ψυχαγωγία (41,9%) και αγορές ένδυσης-υπόδησης (39,2%). Ταυτόχρονα, η πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες δυσκολεύει, με διαρκώς αυξανόμενο αριθμό νοικοκυριών να καθυστερεί ή να αδυνατεί να καλύψει ιατρικά έξοδα, λογαριασμούς ρεύματος, θέρμανσης και εκπαίδευσης.

Μπροστά σε αυτό το περιβάλλον, η πλειονότητα των πολιτών θεωρεί ότι τα πιο αποτελεσματικά μέτρα αντιμετώπισης της οικονομικής δυσχέρειας είναι η αύξηση μισθών και συντάξεων (69%), η ενίσχυση των ελέγχων στην αγορά για περιορισμό της αισχροκέρδειας (52,7%) και η μείωση φόρων και τελών (45,9%). Ταυτόχρονα, η κυβερνητική πολιτική για την αντιμετώπιση της ακρίβειας αξιολογείται ακόμα πιο αρνητικά από προηγούμενες χρονιές, γεγονός που αντανακλά τη συνεχιζόμενη δυσαρέσκεια των πολιτών.

Η εικόνα που προκύπτει είναι εκείνη μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να βρίσκεται υπό έντονη οικονομική πίεση, με τους περισσότερους πολίτες να δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις καθημερινές τους ανάγκες. Παρ’ ότι υπάρχουν κάποιες ενδείξεις συγκρατημένης βελτίωσης, η διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων και η διαρκής αύξηση του κόστους ζωής διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για ουσιαστικές παρεμβάσεις.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας

Ø Το 26,2% των νοικοκυριών δήλωσε πως το εισόδημά του μειώθηκε (30,7% το αντίστοιχο ποσοστό το 2023).

Ø Το 21% των νοικοκυριών δήλωσε πως το εισόδημά του αυξήθηκε (17,1% το αντίστοιχο ποσοστό το 2023), το οποίο αποτελεί το νέο υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί σε έρευνα εισοδήματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ (από το 2011) – είναι η δεύτερη συνεχόμενη χρονιά εμφανούς ανόδου του ποσοστού όσων δηλώνουν ότι το συνολικό τους εισόδημα αυξήθηκε.

Ø Το 52,6% των νοικοκυριών δήλωσε πως το εισόδημά του παρέμεινε σταθερό (51,6% το αντίστοιχο ποσοστό το 2023).

Ø Συνεχίζεται η διεύρυνση των ανισοτήτων χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων συγκριτικά με τα υψηλότερα, με ηπιότερη όμως ένταση σε σχέση με το 2023.

Ø  Το 28,3% (34,4% το 2023) των νοικοκυριών με εισόδημα έως 25.000 € δήλωσε πως το εισόδημά του μειώθηκε το 2023, έναντι 18,6% (10,5% το 2023) που δήλωσε ότι αυξήθηκε και 53% που δήλωσε ότι παρέμεινε σταθερό (50,1% % το 2022).

Ø   Το 31,3% (22% το 2023) των νοικοκυριών με εισόδημα πάνω από 25.000 € δήλωσε πως το εισόδημά του αυξήθηκε, έναντι 16% (19,7% το 2023) που δήλωσε πως το εισόδημά του μειώθηκε και 52,7% (58,4% το 2023) που δήλωσε ότι παρέμεινε σταθερό.

Ø   Με βάση τα ευρήματα της έρευνας, το 73,1% των νοικοκυριών δηλώνει ετήσιο εισόδημα έως 25.000 €, έναντι 20,3% που δηλώνει ετήσιο εισόδημα πάνω από 25.000 €. Τα νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα άνω των 30.000 € αποτελούν το 9,5% του συνόλου των νοικοκυριών της έρευνας.

 Ο μισθός αποτελεί την κύρια πηγή εισοδήματος για τη συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών νοικοκυριών. Το 50,4% δήλωσε ως κύρια πηγή εισοδήματος τον μισθό, το 36,2% τη σύνταξη, το 7,6% τα έσοδα/κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα και το 5,2% άλλη πηγή (επίδομα, ενοίκια κ.λπ.).

 Το 39,5% των νοικοκυριών δήλωσε ότι δεν έχει καμία επιπλέον πηγή εισοδήματος. Το 20,5% ανέφερε ως πρόσθετη πηγή τον μισθό, το 16,7% τη σύνταξη και το 14,2% εισόδημα από ενοίκια. Επιπλέον, το 6,9% υποστηρίζεται οικονομικά από συγγενείς, το 4,7% λαμβάνει έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ το 5,5% ανέφερε ως άλλη πηγή εισοδήματος κάποιο επίδομα, όπως ανεργίας ή αλληλεγγύης.

Σημειώνεται ότι το 47,8% των νοικοκυριών με κύρια πηγή εισοδήματος τα έσοδα/κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα έχει ετήσιο εισόδημα έως 18.000 €. Το 53,5% αυτών των νοικοκυριών δεν έχει άλλη πηγή εισοδήματος, ποσοστό μειωμένο κατά 8,2% σε σχέση με το 2023. Το εύρημα αυτό υποδεικνύει ότι ένα μέρος των εν λόγω επιχειρηματιών έχει στραφεί και σε επιπλέον πηγές άντλησης εισοδήματος, πιθανά για να ανταπεξέλθει στην υψηλότερη φορολόγηση λόγω του νέου τεκμαρτού τρόπου φορολόγησης.

  Τα ευρήματα δείχνουν οριακή βελτίωση στη μηνιαία επάρκεια εισοδήματος των νοικοκυριών, παραμένοντας όμως σε ιδιαίτερα δυσμενή επίπεδα, δεδομένου η έρευνα εισοδήματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ ότι κατέγραψε τα χειρότερα αποτελέσματα το 2023.

 Συγκεκριμένα, 6 στα 10 νοικοκυριά (60%) δήλωσαν ότι το μηνιαίο εισόδημά τους δεν επαρκεί για όλον το μήνα.

 Στο σύνολο των νοικοκυριών, το μηνιαίο εισόδημα επαρκεί μεσοσταθμικά για 23 ημέρες, ενώ για τα νοικοκυριά που το εισόδημά τους τελειώνει πριν από το τέλος του μήνα (60%), αυτό επαρκεί μεσοσταθμικά για 19 ημέρες.

  Τα νοικοκυριά που βασίζονται στον μισθό πλήττονται περισσότερο, καθώς το 62% δηλώνει ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για όλο τον μήνα. Ακολουθούν τα συνταξιοδοτούμενα νοικοκυριά (57,3%), ενώ ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η αύξηση των επιχειρηματιών που αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα, από 42,8% το 2023 σε 53,3% το 2024, αποτυπώνοντας την επιδείνωση στον επιχειρηματικό τομέα.

 Πάνω από 8 στα 10 νοικοκυριά (81,6% το 2024, έναντι 84,8% για το 2023) δήλωσαν ότι δεν καταφέρνουν να αποταμιεύσουν.

Οι 3 πρώτες κατηγορίες δαπανών για τις οποίες σταθερά τα νοικοκυριά συνεχίζουν να διαθέτουν τα περισσότερα χρήματα είναι: οι λογαριασμοί σπιτιού, τα είδη διατροφής, και η θέρμανση, ενώ και οι κατηγορίες δαπανών που αφορούν στην υγεία-φάρμακα και στη μετακίνηση αντιπροσωπεύουν, επίσης, σημαντικό τμήμα των δαπανών των νοικοκυριών.

Πατήστε για να διαβάσετε τους Όρους χρήσης - Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων